Translate

Σάββατο, 22 Ιουνίου 2013

Ο Κύκλος του Σείριου και τα προβλήματα της μεθόδου χρονολόγησης

Οι απόλυτες χρονολογήσεις με βάση τον κύκλο του Σείριου[1], βασίζονται στην ανατολή του αστεριού Σείριου. Κάθε έτος για μια περίοδο 70 ημερών, ο Σείριος δεν φαίνεται από το φως του ήλιου, για να εμφανιστεί στον ανατολικό ορίζοντα πριν την ανατολή του ήλιου, που αποκαλείται από τους Αιγυπτίους ο «ερχομός του Σείριου». Ημέρα του νέου έτους στο σεληνιακό ημερολόγιο[2] ήταν η πρώτη ημέρα του σεληνιακού μήνα μετά από την ετήσια ανατολή του αστεριού.
Τόσο το αστικό όσο και το αστρονομικό ημερολόγιο βασίζονται σ’ έναν περίπλοκο υπολογισμό που περιλαμβάνει 1460 χρόνια του κύκλου του Σείριου[3], η εμφάνισή του οποίου γίνεται κάθε 70 ημέρες. Επειδή όμως δεν είχαν δίσεκτο έτος κάθε 4 χρόνια εμφανιζόταν διαφορετική μέρα (από ένα σημείο και μετά το ημερολόγιο πήγαινε πίσω σε σύγκριση με το σημερινό). Οπότε κάθε 1460 η εμφάνιση του Σείριου ήταν τη σωστή ημέρα.
Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι ήξεραν ότι το έτος[4] ολοκληρωνόταν κάθε 365 ημέρες και δεν έκαναν καμία προσαρμογή για το πρόσθετο ¼ της ημέρας που περίσσευε σε κάθε έτος, όπως κάνουμε σήμερα με το δίσεκτο έτος κάθε τέσσερα χρόνια[5]. Ως εκ τούτου το αστικό και αστρονομικό ημερολόγιο κινούνταν βαθμιαία από την αφετηρία. Οπότε μετά από 120 χρόνια τελείωνε έναν μήνα νωρίτερα, ενώ μετά από 730 χρόνια 6 μήνες πιο μπροστά, με αποτέλεσμα οι θερινοί μήνες να είναι στον χειμώνα και αντίστροφα[6].
Τελικά, κάθε 1460 έτη, τα δύο ημερολόγια συγχρονίζονταν και συνέχιζαν μαζί, για ένα σύντομο χρονικό διάστημα και συνέπιπτε με την άνοδο των νερών του Νείλου κατά τον Ιούλιο (περίοδος Νέου Έτους), έως ότου άλλαζαν και πάλι μέχρι τον επόμενο κύκλο 1460 χρόνων[7].
Η απόλυτη χρονολόγηση του Μέσου Βασιλείου και ως εκ τούτου οι πρώιμες περίοδοι εξαρτώνται κατά ένα μεγάλο μέρος από τον κύκλο του Σείριου και τις σεληνιακές παρατηρήσεις, ενώ τα γραπτά αρχεία διαδραματίζουν έναν σημαντικό ρόλο για την εξακρίβωση των περιόδων[8].
Ωστόσο, προκύπτουν μερικά προβλήματα:
1.    Η σπανιότητα τέτοιων ημερομηνιών στα σωζόμενα κείμενα, όπου στο σύνολο είναι επτά[9]. Τρία παραδείγματα είναι κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Σεσώστρη III[10] (τη 16η ημέρα του 4ου μήνα της 2ης εποχής του Έτους 7[11]) και το άλλο τη XVIII Δυναστείας[12] κατά το Έτος 9 του :enaΑμενόφη Ι της (1551-1524 Π.Χ.). Επίσης, κατά τον 3ο αιώνα μ.Χ., ο γραμματέας Censorinus[13] καταγράφει ότι το 139 μ.Χ.[14] η πρώτη ημέρα του αιγυπτιακού αστικού έτους και η ανατολή του Σείριου συνέπεσαν[15]. Αυτό το φαινόμενο επιβεβαιώνεται επίσης από την κοπή εκατομμυρίων τετράδραχμων που εκδόθηκαν στην Αλεξάνδρεια με την όρθια φιγούρα ενός φοίνικα και τη λέξη ΑΙΟΝ. Χρονολογείται επίσης από τους χαρακτήρες Ι.Β. στο Έτος 2 της βασιλείας του αυτοκράτορα Antoninus Pius, που ήταν γύρω στις 29 Αυγούστου 138 και 28 Αυγούστου 139 μ.Χ..
2.    Η σημαντικότερη μεταβλητή για τους αστρονομικούς υπολογισμούς είναι σε πιο σημείο της Αιγύπτου πραγματοποιήθηκαν οι παρατηρήσεις[16] (arcus visionis).
3.    Προς τα νότια κατά 1ο γ.π. ο Σείριος εμφανίζεται μια μέρα νωρίτερα[17]. Από την άποψη της απόλυτης χρονολόγησης αυτό σημαίνει μια μείωση από τα τέσσερα έτη ανά ημέρα και ανά βαθμό γεωγραφικού πλάτους. Λόγω αυτού οι Αιγυπτιολόγοι προτείνουν τρεις πιθανές θέσεις παρατήρησης της ανατολής του Σείριου, στη Μέμφιδα[18] (οι παρατηρήσεις της XII Δυναστείας, μπορεί να γίνονταν σε μια περιοχή κοντά στη Μέμφιδα, στην πρωτεύουσα Ithet-Tawy), όπου το σημείο παρατήρησης είναι στις 29.9ο ή στην Ηλιούπολη, στις Θήβες (κατά τη βασιλεία του Αμενόφη Ι) με σημείο παρατήρησης 30.1ο και στην Ελεφαντίνη με 10.48ο. Έτσι, η υπόθεση της Μέμφιδας για την πρώτη μέρα του Σείριου και η Θηβαϊκή υπόθεση για τη δεύτερη ημέρα του Σείριου βγάζουν νόημα[19].
4.    Δεδομένου ότι υπάρχουν περίπου έξι βαθμοί γεωγραφικού πλάτους μεταξύ της Μέμφιδας, της Ηλιούπολης και Ελεφαντίνης¶, , αυτές οι τρεις θέσεις καθιερώνουν τρεις πιθανές χρονολογίες, μια υψηλή χρονολογία (βασισμένη στις παρατηρήσεις της Μέμφιδας και της Ηλιούπολης), μια μέση και χαμηλή χρονολογία (βασισμένη στις παρατηρήσεις από τις Θήβες) και μια υπερβολικά χαμηλή χρονολογία (βασισμένη στις παρατηρήσεις από την Ελεφαντίνη).
¶¶Το arcus visionis[20] είναι η γωνία μεταξύ του Σείριου και του ήλιου όταν αρχικά παρατηρείται το αστέρι και το σημείο της παρατήρησης δεν είναι ο ορίζοντας. Σύγχρονοι υπολογισμοί ¶δείχνουνδείχνουν ότι η γωνία είναι 7,5ο, με τον Σείριο 2 βαθμούς επάνω από τον ορίζοντα και τον ήλιο 5,5ο κάτω από αυτόν. Ο χρόνος της παρατήρησης προκάλεσε τις παραλλαγές σ’ αυτήν τη γωνία και ως εκ τούτου τις παραλλαγές στα χρονολογικά συμπεράσματα που προέρχονται από την υπόθεση της 7,5ο γωνίας, γιατί δεν μπορούμε να ξέρουμε την ακριβή μοίρα της αρχαίας παρατήρησης[21].
3.    Ένα άλλο πρόβλημα είναι ότι μέσα στο χρόνο υπολογισμού εμπλέκονται και τα tetraeteris, δηλαδή η τετραετής φάση κατά τη διάρκεια της οποίας παρατηρήθηκε η ανατολή την ίδια ημέρα του έτους. ¶¶Κάθε τέσσερα έτη η φάση κινείται μια ημέρα προς τα πίσω και αυτό δεν είναι εύκολο να καθοριστεί σε πιο από τα τέσσερα χρόνια τωνt tetraeteris λαμβάνεται υπόψη η εκάστοτε παρατήρηση (εκτός αν μπορεί να καθοριστεί με ακρίβεια η σεληνιακή μέρα[22]).


[1] Η θεωρία του Σείριου δεν μπορεί να καθορίσει πλήρως τον κατάλληλο συγχρονισμό για όλη την αρχαιότητα, ειδικά να θεωρηθεί ότι οι χρονολογίες των άλλων λαών σχετίζονται με την Αίγυπτο (Mackey Damien F., (2003), «Fall of the Sothic Theory: Egyptian chronology revisited», Journal of Creation, Vol. 17, Issue 3, p. 71, Creation Ministries International, Australia). 
[2] Bard, (1999), «Encyclopedia of the Archaeology of Ancient Egypt», p. 272. 

[3] Depuydt, (1997), «Civil calendar and lunar calendar in ancient Egypt», p. 17. 
[4] Στην αρχαία Αίγυπτο το έτος είχε 3 εποχές και όχι 4. Αυτές ήταν η πλημμύρα, η σπορά και η συγκομιδή. 
[5] Αν και θα μπορούσαν να έχουν διορθώσει με την προσθήκη μιας ακόμη παρεμβαλλόμενης ημέρας. 
[6] Kitchen, K. A., (1991), «The chronology of ancient Egypt», p. 205, World Archaeology, Vol. 23 No.2 Chronologies, Routledge. 
[7] Clayton P. A., (1994), «Chronicles of the Pharaohs: The Reign-By-Reign Record of the Rulers and Dynasties of Ancient Egypt», p. 13, Thames & Hudson, London.

[8] Γενικά γίνεται αποδεκτό ότι η αιγυπτιακή χρονολογία (Clayton, (1994), p. 13) είναι σε μια σταθερή θέση από το 664 π.Χ., με την αρχή της XXVI Δυναστείας (Σαϊτική Περίοδος) στη βασιλεία του Ψαμμήτιχου I. Με τις εξωτερικές συνδέσεις της χρονολογίας των ιστορικών μεσογειακών πολιτισμών η χρονολογία γίνεται πιο σταθερή, με τις ελληνικές και ρωμαϊκές περιόδους. Μετακινούμενοι προς τα πίσω η XXII Δυναστεία ξεκινάει μεταξύ του 947 με 940 π.Χ., με μικρή απόκλιση, η XIX Δυναστεία μεταξύ του 1320 με 1295 π.Χ., με σφάλμα μισού αιώνα και η XVIII το 1570 με 1540 π.Χ, με την ίδια απόκλιση (Kitchen, (1991), p. 205). Με την έναρξη της XII Δυναστείας υπάρχει σοβαρή απόκλιση. Οι χρονολογίες αλλάζουν από το 1994 σε 1938 π.Χ. Αυτό το πολύ μεγαλύτερο σφάλμα προκύπτει από τις πολύ διαφορετικές ερμηνείες των αστρονομικών στοιχείων, ειδικότερα, η θέση του υποτιθέμενου σημείου παρατήρησης της ανατολής του Σείριου. Αυτό το σφάλμα των 16 δεκαετιών παραμένει, αλλά και στο Παλαιό Βασίλειο το περιθώριο για λάθος παραμένει, αλλά μειώνεται κατά τις πρώιμες Δυναστείες (Bard, (1999), p.273). 
[9] Parker R. A. (1977), «The Sothic Dating of Twelfth and Eighteenth Dynasties», p. 177 από «Studies in Honor of George R. Hughes», Studies in Ancient Oriental Civilization (SAOC) 39, The Oriental Institute, Chicago Univesity Press, Chicago. 
[10] Kitchen, (1991), p. 205. 
[11] Bard, (1999), p. 272 
[12] O’ Mara F. Patric, (2003) «Censorinus, The Sothic Cycle, and Calendar Year One in Ancient Egypt: The Epistemological Problem», Journal of Near Eastern Studies, Vol 62, No 1, p. 17-26, The University of Chicago Press, Chicago. 
[13] Clayton, (1004), p. 13. 
[14] Parker, (1977), p. 182. 
[15] Wiener H. Malkolm, (2007), «Times Change: The Current State of the Debate in Old World Chronology», p. 25, από Bietak M. Manfred and Czeny Ernst, «The Synchronisation of Civilisations in the Eastern Mediterranean in the Second Millennium B.C.», Verlag der Österreichische Akademie der Wissenschaften, Wien, Austria. 
[16] Kitchen, (1991), p. 205. 
[17] Parker R. A. (1950), «The Caledars of Ancient Egypt» p. 7, SAOC 26, The Oriental Institute, Chicago Univesity Press, Chicago. 
[18] Hasel M. G., (2004), «Recent Develpments in Near Eastern Chronology and Radiocarbon Dating», No. 56, p. 13, Institute of Archaeology, Southern Adventist University. 
[19] Kitchen, (1991), p. 205 
[20] Hasel., (2004), p. 13. 
[21] Bard, (1999), p. 272 
[22] Kitchen, (1991), p. 205.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου