Translate

Σάββατο, 1 Ιουνίου 2013

ΤΑΦΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΛΑΙΟΛΙΘΙΚΗ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ


  Την Παλαιολιθική Περίοδο δεν έχουμε σημαντικές ενδείξεις ότι θάβονταν οι νεκροί. Με το πέρασμα στην Ανώτερη Παλαιολιθική υπάρχουν παραδείγματα ταφών, με ίχνη προσφορών, όπως λίθινα εργαλεία, κυρίως από τις θέσεις, της Θέοπετρας (Θεσσαλία) και Απήδημα (Πελοπoννήσο), ενώ κατά τη Μεσολιθική (Εικ. 1) παρόμοιες πληροφορίες προέρχονται από το σπήλαιο Φράγχθι στην Πελοπόννησο και από το σπήλαιο της Θεόπετρα.



Εικ. 1
Χάρτης νότιας Ελλάδας με τις θέσεις των μεσολιθικών
και νεολιθικών νεκροταφείων (σχεδίαση Μ. Γεωργιάδης).
Από τη Νεολιθική Περίοδο, στην ευρύτερη περιοχή της Ελλάδας, υπάρχουν ευρήματα ότι ο άνθρωπος έθαβε τον συνάνθρωπό του. Αυτό γινόταν είτε με την ταφή τους στο δάπεδο του σπιτιού (λατρεία των προγόνων), είτε με την καύση του σώματος και την εναπόθεσή του εκτός των ορίων του οικισμού, π.χ. στο Σουφλί Μαγουλά, στη Θεσσαλία. Τα νεκροταφεία της Μέσης Νεολιθικής συναντώνται σε επίπεδο έδαφος ή ελαφρά επικλινές και περιβάλλονται από ένα περίβολο και δεν έχουν συγκεκριμένες διαστάσεις. Το μεγαλύτερο νεκροταφείο είναι αυτό της Ελευσίνας. Οι τάφοι είναι συνήθως συγκεντρωμένοι ομαδικά, αλλά δεν έχουν συγκεκριμένο προσανατολισμό.
Την περίοδο αυτή (Εικ. 2) ο νεκρός τοποθετείται[1] σε πλάγια στάση με τα χέρια συνεσταλμένα (Εικ. 2) και τα γόνατα γερμένα προς το στήθος, ενώ σπάνια συναντάται η ύπτια στάση. Ο συνηθέστερος τύπος τάφου είναι ένας απλός λάκκος[2], μια απλή στρογγυλή ή ορθογώνια τρύπα, που μετά την τοποθέτηση του νεκρού καλυπτόταν από χώμα ή πλάκες. Ένας άλλος τύπος είναι η θήκη, ορθογώνια ή τραπεζοειδής, με όρθιες πλάκες με ωμούς πλίνθους που καλύπτεται με πλάκα.
Εικ. 2
Ο κιβωτιόσχημος τάφος[3] (Εικ. 3), οποίος έκανε την εμφάνισή του τη Μέση Νεολιθική Περίοδο, είναι ο χαρακτηριστικός τάφος της Πρωτοελλαδικής Περιόδου[4]. Είναι ένας απλός ορθογώνιος λάκκος ατομικής ταφής, του οποίου οι τέσσερις πλευρές είναι επενδυμένες με πλάκες, ενώ η πέμπτη πλάκα αποτελεί την οροφή.
Εικ. 3
Κιβωτιόσχημος τάφος με κτερίσματα.
Ο πιο απλός τύπος τάφου ήταν ο λακκοειδής. Πρόκειται για απλό λάκκο στο έδαφος, ο οποίος καλυπτόταν από χώμα ή από πλάκες. Ένας τάφος χρησιμοποιούνταν για πολλαπλές ταφές και τα κτερίσματα, αν υπήρχαν, τοποθετούνταν εσωτερικά ή εξωτερικά. Οι λακκοειδείς τάφοι υπάρχουν από την Πρωτοελλαδική Περίοδο στη Λευκάδα και τη Μεσοελλαδική Περίοδο στην Αίγινα. Κυριάρχησαν όμως κατά την ΥΕ Ι και τις αρχές της ΥΕ ΙΙ και εγκαταλείφθηκαν με την εμφάνιση των λαξευτών θαλαμοειδών και την εξάπλωση των θολωτών τάφων από την ΥΕ ΙΙ και εξής. Στο λακκοειδή τάφο ο νεκρικός θάλαμος είναι υπόγειος, με χτιστά τοιχώματα και πρόσβαση από πάνω. Μετά την τοποθέτηση του νεκρού το άνοιγμα καλύπτεται με ξύλινα δοκάρια και πλάκες. Στη συνέχεια ο τάφος καλύπτεται με τεχνητή επίχωση που σχηματίζει ένα μικρό λοφίσκο, τον τύμβο. Συχνά οι λακκοειδείς τάφοι κατασκευάζονταν κατά συστάδες, πάνω από τις οποίες σχηματιζόταν ένας ενιαίος κυκλικός τύμβος. Μεγάλοι τέτοιοι ταφικοί κύκλοι έχουν βρεθεί στις Μυκήνες και περιείχαν βασιλικές ταφές.
Στη Μεσοελλαδική Περίοδο[5], κιβωτιόσχημοι τάφοι αντικαταστάθηκαν από βαθύτερα ορύγματα με περισσότερες ταφές στο εσωτερικό τους, με τη μορφή λακκοειδών τάφων. Εκείνο όμως που προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως το πιο περίεργο αλλά και πιο απρόσμενο φαινόμενο ολόκληρης της περιόδου είναι η ξαφνική αύξηση πλούτου, ίσως λόγω της ύπαρξης αγροτικού από θέματος και της άσκησης εμπορικών δραστηριοτήτων μεγαλύτερης κλίμακας με τη Μινωική Κρήτη, απευθείας ή μέσω των Κυκλάδων.
Την Υστεροελλαδική Περίοδο (Μυκηναϊκή Περίοδος) οι αλλαγές στο τυπικό της ταφής ίσως να συνοδεύονταν από νέες και διαφορετικές εσχατολογικές πεποιθήσεις γύρω από το θάνατο και τη μετέπειτα ζωή ή από κάποιες συγκεκριμένες αντιλήψεις οι οποίες επηρέασαν κατά ουσιώδη τρόπο την κατασκευή των τάφων. Οι λακκοειδείς τάφοι των Ταφικών Κύκλων Α και Β (Εικ. 4-5)των Μυκηνών αποκαλύπτουν τη σταδιακή συγκέντρωση πλούτου και αντικατοπτρίζουν αυτές τις διαφοροποιήσεις στις ταφικές πρακτικές.
Εικ. 4
Ταφικός Κύκλος Α.
Εικ. 5
Ταφικός Κύκλος Β.
Οι μυκηναϊκοί θαλαμωτοί ή θαλαμοειδείς τάφοι[6] (Εικ. 6) ήταν λαξευτοί ή χτιστοί ακανόνιστου σχήματος στα σπηλαιώδη υπόγεια του μαλακού βράχου, στα οποία οδηγούσε μια επίσης λαξευμένος δρόμος. Είχαν ένα ή περισσότερους ορθογώνιους θαλάμους και ήταν μάλλον οικογενειακοί τάφοι[7] και χρησιμοποιούνταν από τα μεσαία στρώματα του πληθυσμού. Και αυτοί κατασκευάζονταν κατά συστάδες σχηματίζοντας νεκροταφεία.
Εικ. 6
Εσωτερικό θαλαμοειδούς τάφου στην Αγία Σωτήρα Νεμέας.
Οι θολωτοί τάφοι[8] ορισμένοι ερευνητές θεωρούν τον τύπο αυτό εξέλιξη των θαλαμωτών, ενώ άλλοι ότι προέρχεται από τη Μινωική Κρήτη. Ήταν υπέργειοι, γι’ αυτό και δεν είχαν δρόμο ή τύμβο και ήταν οικογενειακοί (κυκλικοί τάφοι της Μεσαράς). Οι Μυκηναίοι μετέτρεψαν αυτόν το τύπο σε μια μεγαλοπρεπή υπόγεια κατασκευή. συγκαταλέγονται χωρίς αμφιβολία στα πιο λαμπρά αρχιτεκτονήματα του Μυκηναϊκού Πολιτισμού (Εικ. 7). Διαθέτουν και αυτοί δρόμο, ο οποίος οδηγεί σε ένα θάλαμο κυκλικής κάτοψης, στεγασμένο με θόλο. O θόλος είναι χτισμένος με μεγάλες πλάκες τοποθετημένες κατά στρώσεις με τέτοιο τρόπο, ώστε κάθε στρώση να εξέχει λίγο περισσότερο προς το εσωτερικό του θόλου από την αμέσως κατώτερή της (εκφορικό σύστημα). Η είσοδος είναι μνημειακή, με χτιστές παραστάδες, μονολιθικά ανώφλια και υπέρθυρα με κουφιστικό τρίγωνο.
Εικ. 7
Θολωτός τάφος, ο λεγόμενος Θησαυρός του Ατρέως, στις Μυκήνες. Τομή.
Κατά τον 12ο και 11ο αι. π. Χ.[9] (Υπο-Μυκηναϊκή Περίοδος) σε κάθε λακκοειδή τάφο ενταφιάζεται μόνο ένα σώμα (σε αντίθεση με τη Μυκηναϊκή Περίοδο, που οι ταφές ήταν πολλαπλές) και εισάγονται οι δεύτερης χρήσης τάφοι. Οι ταφές οργανώνονται σε νεκροταφεία πάνω των 30 τάφων ή σε συστάδες τάφων (2-3 τάφοι). Τα νεκροταφεία που χρησιμοποιήθηκαν για μακρό χρονικό διάστημα βρίσκονταν στην Αθήνα, στο Λευκαντί, στην Ασίνη, στην Αταλάντη, στην Κω και στην Κρήτη (Εικ. 8).  Τα μεγαλύτερα όμως νεκροταφεία που αποτελούνται από λακκοειδείς τάφους είναι αυτά της Σαλαμίνας και του Κεραμεικού. Δεν έχουν τη τυπολογία των μυκηναϊκών τάφων, ούτε μυκηναϊκά κοσμήματα ή πήλινα ειδώλια, αλλά διαθέτουν επενδυμένους ή όχι τάφους και προσφορές που μαρτυρούν σχέσεις με το Βορρά.
Εικ. 8
Χάρτης ταφικών θέσεων κατά την Υπο-Μυκηναϊκή Περίοδο.
Μικρότερες συστάδες τάφων ίσως υποδηλώνουν ότι αποτελούν μέρος μιας μικρότερης κοινωνικής ομάδας ή ότι αποτελούν τμήμα ενός μεγαλύτερου νεκροταφείου το οποίο ακόμη δεν έχει ανασκαφεί. Η θέση του νεκροταφείου είναι πολλές φορές δύσκολο να συσχετιστεί με την εγκατάσταση την οποία εξυπηρετεί. Όταν αυτό είναι εφικτό (π.χ., Λευκαντί κοντά στην Ξερόπολη), διαπιστώνεται ότι πρόκειται για νεκροταφεία εκτός των ορίων του οικισμού. Αυτή την περίοδο διακρίνεται μια προσπάθεια διαχωρισμού του γένους.
Σε αντίθεση με τους δυο πρώτους αιώνες της Υπο-μυκηναϊκής Περιόδου, στη Γεωμετρική Περίοδο[10] (9ος – 8ος) η καύση (δευτερογενής ταφή) είναι η πιο συχνή μέθοδος και τα υπολείμματα της καύσης των νεκρών φυλάσσονταν σε τεφροδόχους (Εικ. 9), οι οποίες ενταφιάζονταν σε θαλαμοειδείς τάφους, οι οποίοι είναι τοποθετημένοι ο ένας δίπλα στον άλλον σε σχεδόν παράλληλες σειρές. Ωστόσο, κύρια μέθοδος παρέμενε ο ενταφιασμός. Οι τύποι των τάφων[11] παραμένουν ίδιοι με της προηγούμενης περιόδου, αν και παρουσιάζουν μεγαλύτερη ποικιλία στον τρόπο κατασκευής τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα νεκροταφείου της εποχής είναι αυτό του Κεραμεικού, ωστόσο μικρότερα ταφικά σύνολα δείχνουν καλύτερα την τυπολογία των τάφων.
Εικ. 9
Αττικός τεφροδόχος αμφορέας Πρωτογεωμετρικής εποχής. Περίπου 950 π.Χ. Διακοσμείται στον ώμο και την κοιλιά με τα χαρακτηριστικά μοτίβα του πρωτογεωμετρικού ρυθμού: τα ομόκεντρα ημικύκλια και τους κύκλους.
Την περίοδο αυτή ανθίζει η λατρεία των ηρώων, στους οποίους αφιέρωναν ιερά, οπότε και μετά το 750 π. Χ. μια σειρά από αφιερώματα στους τάφους δείχνει τον προσανατολισμό προς την ηρωική λατρεία, συχνά συνδεδεμένη με γνωστούς ομηρικούς ήρωες.
Κατά την Αρχαϊκή Περίοδο επικράτησε η καύση του σώματος, με κύρια ιδεολογία ότι γινόταν για χάρη του νεκρού γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο ελευθερωνόταν η ψυχή του. Υπάρχει η άποψη ότι η μέθοδος αυτή χρησιμοποιούνταν λόγω οικονομικών συνθηκών. Τα νεκροταφεία βρίσκονται εκτός των ορίων της πόλης και οι τάφοι ήταν συνήθως ένας λάκκος μικρού ή μεγάλου μεγέθους. Επιμελημένα ταφικά σήματα κατασκευάζονται στο σημείο ταφής. Το όνομα του νεκρού, της οικογένειας και του καλλιτέχνη της στήλης χαράσσονταν επάνω σ’ αυτή.
Αν και οι ταφικοί τύμβοι[12] εμφανίστηκαν κατά την Μέση Νεολιθική, απλά και μόνο ως επισήμανση της θέση την εποχή αυτή αρχίζουν να χρησιμοποιούνται στην Αττική[13] και οι τύμβοι από χώμα και ξεχώριζαν από τους άλλους λόγω του μεγέθους. Οι τύμβοι από χώμα, καθαρός ή με όστρακα, ανεγειρόταν αμέσως πάνω στο λάκκο ή πάνω σε ένα απλό στρώμα θεμελίωσης από λίθους ή βότσαλα. Εξαίρεση αποτελεί ο κυκλικός τύμβος στο Βουρβά, όπου στρώματα ωμού πηλού και ασβεστοκονιάματος κάλυπταν την επιφάνεια από την κορυφή ως τη βάση, για προστασία των φυσικών φαινομένων.
Την εποχή του Ομήρου υπήρχε η άποψη ότι ο νεκρός οδηγούνταν στον Άδη με την καθοδήγηση του Χάρου και του Ερμή, σαν ψυχοπομπού. Η ίδια αντίληψη κυριάρχησε και την Κλασική Εποχή[14], οδηγώντας έτσι, σε διάφορα στάδια για την προετοιμασία του σώματος, με σκοπό την καλύτερη μετάβαση του νεκρού από τον κόσμο των ζωντανών στον Κάτω Κόσμο. Η καύση των νεκρών, στην Κλασική Αθήνα, τουλάχιστον έως τον 4ο αι. π. Χ. ήταν μια μη διαδομένη πρακτική. Γίνονταν είτε γίνονταν στο σημείο ταφής είτε με τη μέθοδο της ανακομιδής. Στη δεύτερη περίπτωση τα υπολείμματα της καύσης (στάχτη) τοποθετούνταν σε τεφροδόχο αγγείο από πηλό ή από μέταλλο (Εικ. 10). Είναι εντυπωσιακή η ποικιλία των τεφροδόχων αγγείων που έχουν εντοπιστεί. Θα πρέπει να σημειωθεί σε αυτό το σημείο ότι τα εν λόγω αγγεία χρησιμοποιούνταν ως τεφροδόχα σε μια δεύτερη χρήση. Ορισμένα ήταν ακόσμητα και άλλα είχαν διακόσμηση ερυθρόμορφου ρυθμού. Τοποθετούνται είτε απευθείας στο έδαφος είτε σε λάρνακα. Χάλκινοι λέβητες ή υδρίες (τοποθετημένες σε κιβωτίδια με πώμα) συχνά χρησίμευαν ως τεφροδόχα αγγεία. Σε ορισμένες περιπτώσεις διατηρούνται ίχνη υφάσματος το οποίο κάλυπτε το σώμα ή το αγγείο υποδοχής. Η καύση των παιδιών συναντάται στην Κλασική Αθήνα αλλά σε γενικές γραμμές δεν ήταν καθόλου αποδεκτή. Σε μια περίπτωση έχουν εντοπιστεί υπολείμματα παιδικής καύσης αλλά δεν είναι σίγουρο για το αν πρόκειται όντως για παιδική καύση ή για τα υπολείμματα κτερισμάτων που έχουν καεί σε εκείνο το σημείο.
Εικ. 10
Ο χάλκινος κρατήρας του Δερβενίου, με ανάγλυφες παραστάσεις που σώζεται από τον 4ο αιώνα π.Χ. χρησιμοποιήθηκε ως τεφροδόχος.
Οι κεραμοσκεπείς τάφοι[15], που εισήχθηκαν κατά την Αρχαϊκή Περίοδο γίνονται ιδιαίτερα διαδεδομένοι στην Κλασική Περίοδο. Μεγάλα επίπεδα κεραμίδια στέγης, από ψημένο πηλό (ενεπίγραφα μερικές φορές), στηρίζονταν το ένα πάνω στο άλλο για να διαμορφώσουν πάνω από το σώμα του νεκρού ένα προστατευτικό στέγαστρο. Τα άκρα κλείνονταν με επιπλέον κεραμίδια ή αφήνονταν ανοιχτά και το σώμα τοποθετούνταν πάνω στο φυσικό έδαφος ή σπάνια πάνω σε κεραμίδια.
Την ίδια περίοδο γίνεται και η χρήση του Μαυσωλείου[16] (Εικ, 11). Αυτός ο τύπος είναι ένα επιτύμβιο ή επιτάφιο οικοδόμημα εντός του οποίου ή κάτω του οποίου βρίσκονται τάφοι επιφανών. Προέρχεται από το μνημειώδη τάφο του Μαύσωλου τον 4ο αι. π. Χ., δυνάστη της Καρίας, στην Αλικαρνασσό. Τα μαυσωλεία ανεγείρονται συνηθέστερα σε μορφή αρχαίων ναών ή και χρησιμοποιήθηκε αργότερα για να υποδηλώσει τάφους που είχαν παρόμοια τυπολογία και εξαιρετική διακόσμηση. Αυτού του είδους τα μνημεία, ιδιαίτερα δημοφιλή στη Μ. Ασία, αποτελούνται από ένα εξόγκωμα στο ανώτερο επίπεδο της κατασκευής και είχε συχνά τη μορφή πυραμίδας ή σαρκοφάγου.
Εικ. 11
Αναπαράσταση Μαυσωλείου Αλικαρνασσού.


[1] Ταφικά Έθιμα στη Μέση Εποχή του Χαλκού στην Ηπειρωτική Ελλάδα, Ο. Πολυχρονοπούλου, Περιοδικό Αρχαιολογία & Τέχνες, τ. 11, σελ. 7, Εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 1984
[2] Πολιτισμοί του Αιγαίου, R. Treuil, …, G. Touchais, Πρώτο Βιβλίο, Κεφ.Ι.2. Ταφικά Έθιμα, σελ. 146, Εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα 1996
[3] Μυκηναϊκός πολιτισμός, Ντ. Βασιλικού, σελ. 23, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, Αθήνα 1995
[4] Εξακολουθούν να υπάρχουν μεμονωμένα κατά την ΥΕ, ενώ κατά τους Σκοτεινούς Αιώνες καθίσταται και πάλι ως ο κύριος ταφικός τύπος.
[5] Παραστάσεις Ανθρώπινων Μορφών στην Τέχνη της Εποχής των Μυκηναϊκών Λακκοειδών Τάφων, Κ. Γαλανάκης, Περιοδικό Αρχαιολογία & Τέχνες, τ. 111, σελ. 60, Εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 2009.
[6]Μυκηναϊκός πολιτισμός, Βασιλικού, σελ. 107
[7] Έθιμα Ταφής στον Αρχαίο Ελληνικό Κόσμο, D. KurtzJ. Boardman,  Κεφ. I,  σελ. 22, Εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα 1994
[8] Μυκηναϊκός πολιτισμός, Βασιλικού, σελ. 122
[9] Έθιμα Ταφής, D. KurtzJ. Boardman, Κεφ. I,  σελ. 25
[10] Burial customs, the afterlife and  pollution of Death in Ancient Greece, F. P. Retief, L. Cilliers, from Acta Theologica, Vol. 26, No. 2, Supplementum 7, Ch. 6, Graves and Cemeteries, p. 56, by University of the Orange Free State, Bloemfontein 2005
[11] Έθιμα Ταφής, D. Kurtz & J. Boardman,   Κεφ. IV, σελ. 46
[12] Ταφικά Έθιμα στη Μέση Εποχή του Χαλκού,  Πολυχρονοπούλου, Περιοδικό Αρχαιολογία & Τέχνες, τ. 11, σελ. 8
[13] Έθιμα Ταφής, D. Kurtz &   J. Boardman,   Κεφ. IV, σελ. 75
[14] Burial customs, F. P. Retief, L. Cilliers, from Acta Theologica, Vol. 26, No. 2, Supplementum 7, Ch. 5,3 The burial, p. 54
[15] Έθιμα Ταφής, D. Kurtz & J. Boardman, Κεφ. VI, σελ. 91
[16] Θάνατος και Αρχιτεκτονική, Μ. Καμπούρη, Περιοδικό Αρχαιολογία & Τέχνες, τ. 11, σελ. 52-59 Εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 1984

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου