Translate

Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

Προέλευση και Ιστορική Αναδρομή των Βίκινγκς

Γεωγραφική Περιοχή
Οι Βίκινγκ είναι γνωστοί ως Νορβηγοί ή Βόρειοι και προέρχονται από τη σημερινή Δανία, Νορβηγία και Σουηδία (Εικ 1). Η περιοχή που εγκαταστάθηκαν ήταν το βορειότερο κομμάτι της Ευρώπης, που είναι γνωστό ως Σκανδιναβία, στην οποία αντιστοιχεί η χερσόνησος, η Jutland[1], η οποία προεξέχει σαν αντίχειρας από αυτό που είναι σήμερα η Γερμανία και ελέγχει τη δίοδο από τη Βόρεια Θάλασσα στη Βαλτική. Η περιοχή της Jutland, είναι επίπεδη και πλούσια σε έδαφος. Κατά την περίοδο των Βίκινγκς το περισσότερο μέρος καλυπτόταν από δάση φυλλοβόλων δέντρων, όπως είναι η βελανιδιά, πολλούς βάτους και έλη. Η Σκανδιναβική Χερσόνησος ξεκινάει από το βορρά και χωρίζει τη Βαλτική από το Βόρειο Ατλαντικό Ωκεανό. Τα εύφορα γεωγραφικά τμήμα ξεκινούν από τα χαμηλότερα επίπεδα της νότιας περιοχής ως τα δυτικά βουνά, όπου διαμορφώθηκε η Νορβηγική ακτή από τα εκατοντάδες φιόρδ. Τα φυλλοβόλα δέντρα μεγαλώνουν βόρια, έπειτα στο τάιγκα[2], και τέλος στην αρκτική τούνδρα στο βορρά.
Εικ.1
Χάρτης της περιοχής των Βίκινγκς
 Οι τρεις περιοχές της Σκανδιναβίας, διέφεραν μεταξύ τους. Η Δανία είναι ακριβώς περίπου 375 χιλιόμετρα από το βορρά στο νότο, ενώ η Νορβηγία είναι περίπου 1.770 χιλιόμετρα. Ομοίως, σε αντίθεση είναι και τα επίπεδα καλλιεργήσιμα εδάφη.  Η Δανία, είχε μόνο ένα πέμπτο καλλιεργήσιμης γης σε σχέση με τη Νορβηγία. Η μεγαλύτερη περιοχή της Νορβηγίας χαρακτηρίζεται από υψηλά βουνά που διακόπτονται από κοιλάδες που ακολουθούν τα φιόρδ και η μόνη περιοχή που μπορεί να περιγραφθεί ως παράκτια είναι το Όσλο[3] (αρχαία ονομασία Asloia ή Asloensis). Η Νορβηγία και η Σουηδία μοιράζονται τη Σκανδιναβική Χερσόνησο, η οποία  είναι υψηλότερη στην Ατλαντική ακτή και γίνεται βαθμιαία χαμηλότερος έως ότου συναντά η Σουηδία τη Βαλτική Θάλασσα.
Η Σουηδία, όπως η Νορβηγία, ήταν μια μεγάλη περιοχή, που εκτινόταν από τη Βαλτική στο νότο πέρα από τον αρκτικό κύκλο και με πολλά βουνά μέσα σε αυτήν την περιοχή[4]. Υπήρχαν μεγαλύτερα κομμάτια καλλιεργήσιμων εδαφών στη Σουηδία από ότι στη Νορβηγία, αλλά και πολλές ακαλλιέργητες ελώδης περιοχές και δάση. Η επικοινωνία με τις εσωτερικές περιοχές στη Σουηδία ήταν πιο δύσκολη, αντίθετα από τη Νορβηγία, γιατί δεν υπήρχε κανένα φιόρδ. Το κλίμα επίσης της Σουηδίας δεν ωφελούσε γιατί το ρεύμα του Κόλπου θέρμανε τη βόρεια νορβηγική ακτή.
Η θάλασσα[5] παρείχε πολλά οφέλη στους Βίκινγκς. Όχι μόνο τους προστάτευε από εισβολή, αλλά επέτρεπε επίσης μια γρηγορότερη μέθοδο μεταφοράς, όπου όταν απέκτησαν εμπειρία, άνθησε το τοπικό και περιφερειακό εμπόριο.
Αυτοί γεωγραφικοί και οι τοπογραφικοί όροι έπαιξαν έναν κρίσιμο ρόλο στην ανάπτυξη της Σκανδιναβίας κατά τη διάρκεια της Εποχής των Βίκινγκς.
Οι Πρόγονοι
Η Εποχή του Λίθου υπολογίζεται γύρω στο 7000 με 1800 π.Χ.  και χωρίζεται σε δυο περιόδους. Η περίοδος από το 7000 π.Χ. ως το 4000 π.Χ. χαρακτηρίζεται από πολλές μεταναστεύσεις από τα νότια και νοτιοανατολικά προς το βορρά, από φυλές κυνηγών, οι οποίοι ωθούμενοι από το κρύο και το παγετώδη κλίμα αναγκάστηκαν να βρουν καινούργια περιοχή. Έτσι, έφθασαν στη Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.
Οι γνήσιοι κάτοικοι της Κεντρικής Ευρώπης ήταν οι Maglemose[6] ή Ancylus, οι οποίοι ήταν μια παλαιολιθική κυνηγετική φυλή γύρω στο 6500 π.Χ. και αντιπροσωπεύουν το πρώτο ιδρυθέν έθνος των βόρειων περιοχών. Την 5η ή τη 6η χιλιετία π.Χ. τους διαδέχτηκαν οι Kitchen-Midden ή Ertebolle (Εικ. 2), οι οποίοι σταθεροποιήθηκαν στη Νορβηγία, στη νότια Σουηδία και Δανία. Για το αν οι Ertebolle[7], είναι οι άμεσοι απόγονοι των Ancylus είναι αμφίσημο, για αυτό η άποψη ότι υπήρξε μια άλλη μετανάστευση κάλυψε το κενό μεταξύ των δυο πολιτισμών. Παρόλα αυτά οι ομοιότητες των τεχνέργων των δυο πολιτισμών είναι αξιοθαύμαστες. Το τέλος της Ertebolle κουλτούρας είναι γύρω στο 4000 π.Χ. που δεν περιλαμβάνει μόνο οικισμούς, οι οποίοι ζούσαν από το κυνήγι και το ψάρεμα, αλλά υπάρχουν οι πρώτες ενδείξεις αγροτικής ζωής.
Εικ. 2
Ο Πολιτισμός των Ertebølle (4500-4000 π.Χ.) φαίνεται με το κόκκινο χρώμα στη Δανία
Από αυτή την εποχή και μετά ξεκινάει η Νεολιθική Περίοδος, στην οποία γίνεται σαφής η επιρροή του Ertebolle πολιτισμού από τις διάφορες θέσεις κατοικιών, οι οποίες αντικατοπτρίζουν τις πρώτες αγροτικές κατοικίες της Σκανδιναβίας, με τα γυαλισμένα λίθινα εργαλεία και την καλά διακοσμημένη κεραμική. Ωστόσο, από ό, τι φαίνεται η νότια Σκανδιναβία και η Δανία ακολουθούν μια διαφοροποιημένη χρονολογική γραμμή στην ολοκλήρωση της νεολιθικής κουλτούρας, αφού η τελευταία περιλαμβάνει το πρώιμο στάδιο της μεγαλιθικής κουλτούρας. Ο πολιτισμός αυτός ξεκίνησε από ένα νησί της Δανίας, τη Ζηλανδία και κάλυψε όλη τη Δανία φτάνοντας ως τη Νορβηγία.
Ο πολιτισμός των Funnelbeaker[8] (τέλος 4ης χιλιετίας π.Χ.) ακολούθησε την παράδοση της μεγαλιθικής κουλτούρας. Οι διάφορες φυλές των Funnelbeaker[9] εξαπλώθηκαν στη Σουηδία ως την Uppland.
Γύρω στο 2900 π.Χ., εισήχθηκε το μέταλλο στη Σκανδιναβία από τον πολιτισμό του Corded Ware[10] (Εικ. 3). Έχουν υπάρξει πολλές διαφορετικές απόψεις σχετικά με την προέλευση του πολιτισμού αυτού. Η μια πλευρά των αρχαιολόγων βλέπουν σε αυτούς μια επιρροή από τους ανθρώπους της βόρειας Μαύρης Θάλασσας, ενώ η άλλη άποψη είναι ότι οι Corded Ware ήρθαν από την κεντρική Ευρώπη[11].
Ο πιο προηγμένος πολιτισμός που εμφανίστηκε στη Σκανδιναβική Εποχή του Χαλκού[12] (1800 π.Χ-500 π.Χ.), επεκτάθηκε πέρα από νότια Σκανδιναβία (Εικ. 4), στη μέση Σουηδία και κατά μήκος των περισσότερων παράκτιων περιοχών της Σουηδίας και της νότιας Νορβηγίας. Βόρεια αυτής της περιοχής, στη βόρεια Σουηδία και τη Νορβηγία, οι σύγχρονες ομάδες παρουσίασαν επιρροές από τις νότιες κοινωνίες και από τη Ρωσία, αλλά ήταν κυνηγητικές κοινωνίες, που είχαν ωστόσο έναν διαφορετικό τρόπο ζωής και δε χρησιμοποιούσαν τόσο τον χαλκό.
Η περιοχής της Σκανδιναβίας εξαρτήθηκε κυρίως από το εμπόριο[13] και η συναλλαγή για μέταλλο χρησιμοποίησε εκτενώς, κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού.  Παρά την εξάρτηση αυτή, η Σκανδιναβική Εποχή του Χαλκού ανέπτυξε το δικό της ρεπερτόριο στα χάλκινα αντικείμενα, η οποία ήταν σημαντική και για αυτό συναντάμε τέτοια κτερίσματα στους τάφους.
Μετά την Εποχή του Χαλκού ακολουθούν η Προ Ρωμαϊκή Εποχή του Σιδήρου[14] και η Ρωμαϊκή Εποχή του Σιδήρου. Στην πρώτη, η οποία ξεκινάει από τον 5ο π.Χ. ως τον 1ο αι. π.Χ. καταλαμβάνει τις περιοχές της βόρειας Γερμανίας και της σημερινής Ολλανδίας. Αυτές οι περιοχές χαρακτηρίζονται από συχνές ανασκαφές, οι οποίες αποκαλύπτουν έναν πλούτο χειροποίητων αντικειμένων και δείχνουν ότι εξελίσσονται χωρίς καμία σημαντική διακοπή από τη Σκανδιναβική Εποχή του Χαλκού, παρόλο που υπήρξαν ισχυρές επιρροές από την Κελτική Εποχή του Σιδήρου του πολιτισμού Hallstatt στη Κεντρική Ευρώπη. Κατά τη διάρκεια του 1ου αι. π.Χ. η ρωμαϊκή επιρροή άρχισε να γίνεται αισθητή στη Δανία.
Στην Ρωμαϊκή Εποχή του Σιδήρου (1ο αι. π.Χ. – 4ο αι. μ.Χ.) στη Σκανδιναβία, υπήρξε μια μεγάλη εισαγωγή εμπορευμάτων, όπως νομίσματα, αγγεία, κούπες γυαλιού, με τις οποίες σμαλτώνονται θύρες, όπλα, κ.λπ. Επιπλέον, το ύφος των μεταλλικών αντικειμένων και των πήλινων αγγείων ήταν εμφανώς ρωμαϊκά. Τα αντικείμενα όπως οι ψαλίδες και τα ενέχυρα εμφανίζονται για πρώτη φορά. Στον 3ο αι. και στον 4ο αι., μερικά στοιχεία εισάγονται από τις γερμανικές φυλές που είχαν εγκατασταθεί βόρεια στη Μαύρη Θάλασσα, όπως οι ρούνοι.
Η εποχή που ακολουθεί είναι η Γερμανική Εποχή του Λίθου (400 μ.Χ. – 800 μ.Χ.) και είναι μέρος της ηπειρωτικής Περιόδου Μετανάστευσης. Χαρακτηρίζεται από την πτώση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και την άνοδο των Γερμανικών βασιλείων στη δυτική Ευρώπη. Διαιρείται στη Πρώιμη Γερμανική Εποχή του Σιδήρου και Ύστερη Γερμανική Εποχή του Σιδήρου (Εικ. 5).
Κατά τη διάρκεια της πτώσης της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, μια αφθονία χρυσού έρευσε στη Σκανδιναβία και υπάρχουν πολύ  ωραία έργα (όπως βάσεις θηκαριών). Μετά όμως από την πτώση ο χρυσός λιγόστεψε και οι Σκανδιναβοί άρχισαν να κάνουν τα αντικείμενα τους με επιχρυσωμένο χαλκό. Οι διακοσμήσεις της Πρώιμης Εποχής παρουσιάζουν ζώα που είναι πιστά ανατομικά, αλλά στη Ύστερη εξελίσσονται στις περίπλοκες μορφές, που γνωρίζουν άνθιση στην Εποχή των Βίκινγκς.
Ιστορική Αναδρομή
Οι Βίκινγκς[15] ήταν τολμηροί ναυτικοί και επιδρομείς από τη Σκανδιναβία που εξαπλώθηκαν μέσω της Ευρώπης και του Βόρειου Ατλαντικού στην περίοδο ακμής της Σκανδιναβικής επέκτασης (800-1100 μ.Χ.) που είναι γνωστή ως Εποχή των Βίκινγκ. Από τη Νορβηγία, τη Σουηδία, και τη Δανία, εμφανίστηκαν ως έμποροι, κατακτητές και αποίκησαν τη Φινλανδία, τη Ρωσία, το Βυζάντιο, τη Γαλλία, την Αγγλία, την Ισλανδία, την Γροιλανδία και όλες σχεδόν τις Βόρειες Χώρες.
Για αιώνες πολλοί πριν από το 800, φυλές, όπως, οι Cimbrians, οι Γότθοι, οι Βάνδαλοι, κ.α, περιπλανιόντουσαν έξω από τη Σκανδιναβία. Οι Βίκινγκς όμως ήταν διαφορετικοί επειδή ήταν πολεμιστές της θάλασσας και έφεραν μαζί τους έναν πολιτισμό που ήταν από μια άποψη πιο αναπτυγμένος από εκείνον των εδαφών που επισκέφτηκαν. Η Σκανδιναβία ήταν πλούσια σε σίδηρο και φαίνεται να τονώνει την πολιτιστική ανάπτυξη Βίκινγκς. Τα σιδερένια εργαλεία εκκαθάρισαν τα δάση και όργωσαν τα εδάφη, πράγμα που οδήγησε σε μια μεγάλη αύξηση του πληθυσμού. Εμφανίστηκαν εμπορικές πόλεις, όπως Birka[16] (Εικ. 6) και Hedeby[17] και έγιναν τα κέντρα του ισχυρού τοπικού βασιλείου τους.

Το πλοίο των Βίκινγκς (Εικ. 7), με την εύκαμπτη φλούδα του, την καρίνα και το πανί του, ήταν μακρά ανώτερο από τις βάρκες, οι οποίες χρησιμοποιούνταν ακόμα από άλλους λαούς. Οι βασιλιάδες και οι οπλαρχηγοί θάβονταν στα πλοία και τα πλούσια αγαθά τους καθώς και τα κτερίσματα πιστοποιούν την τεχνική πείρα των Βίκινγκς στην τέχνη, με τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, την πέτρα, το χρυσό και το ασήμι και ειδικά στο σίδηρο και στο ξύλο. Οι τάφοι περιέχουν επίσης αραβικό ασήμι, βυζαντινά μετάξια, γαλλικά όπλα, γυαλί από το Ρήνο και άλλα προϊόντα που δείχνουν ένα εκτενή εμπόριο. Ειδικότερα, τα ασημένια kufic (ή cufic) νομίσματα που έρευσαν στην περιοχή των Βίκινγκς από το χαλιφάτο προσδίδοντας περαιτέρω οικονομική ανάπτυξη. Ο πολιτισμός των Βίκινγκς άκμασε με την λογοτεχνία των Βάρδων και την ποίηση της Eddas, με τις πόλεις και το εμπόριο και προπαντός, με τη δυνατότητά να οργανώνονται οι ανθρώπους βάσει του νόμου για να επιτύχουν έναν κοινό στόχο - όπως μια εισβολή.

Η εκστρατείες[18] ωθήθηκαν προφανώς από την αναζήτηση νέων εμπορικών συναλλαγών και νέων περιοχών (Εικ. 8), ώστε να εγκατασταθεί ο όλο και αυξανόμενος πληθυσμός. Μέχρι το τέλος του 8ου αιώνα, Βίκινγκς της Σουηδίας είχαν ήδη στα εδάφη γύρω από τον κόλπο της Φινλανδίας, Βίκινγκς της Δανίας είχαν εγκατασταθεί κατά μήκος της ολλανδικής ακτής και οι Βίκινγκς της Νορβηγίας είχαν αποικίσει τις Orkney[19] και τα νησιά Shetland.
Κατά τη διάρκεια του 9ου αιώνα επεκτάθηκαν πέρα από αυτές τις τρεις βάσεις[20], κάνουν επιδρομές (λεηλατούν μοναστήρια και παίρνουν σκλάβους που τους πωλούν στη Μέση Ανατολή), αλλά σύντομα καθιερώνονται σε μονιμότερη βάση.
Οι Σουηδοί, που αποκαλούνταν Rus ή Varangians ίδρυσαν οχυρωμένες πόλεις στο  Novgorod και έπειτα στο Κίεβο, δημιουργώντας το πρώτο ρωσικό κράτος, που εμπορευόταν από τη Ρωσία στο Βυζάντιο και στη Περσία. Οι Βίκινγκ της Νορβηγίας ίδρυσαν τα βασίλεια της Ιρλανδίας, όπου εγκαθίδρυσαν το Δουβλίνο το 840.
Εγκαταστάθηκαν στην Ισλανδία και αποίκισαν τη Γροιλανδία το 10ο αιώνα και ίδρυσαν τη μικρή διάρκειας, βορειοαμερικανική αποικία Vinland στις αρχές του 11ου αιώνα. Οι μεγάλοι στρατοί των Δανών και Νορβηγών κατάκτησαν την περιοχή της Danelaw στην Αγγλία, όπου νικά όλα τα αγγλοσαξονικά βασίλεια εκτός από το Wessex του βασιλιά Άλβρεντ[21]. Επιτέθηκαν στις πόλεις της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ισπανίας και γύρω στο 911, πήραν τον έλεγχο της Νορμανδίας της Γαλλίας, όπου οι απόγονοί τους έγιναν γνωστοί ως Νορμανδοί.
Αφού κατέκτησαν και εγκαταστάθηκαν στα ξένα εδάφη, ήρθαν κάτω από την πολιτιστική επιρροή των κατακτημένων αυτών λαών. Οι ειδωλολάτρες που πίστευαν στον Thor και στον Odin, έγιναν Χριστιανοί και κατά τη διάρκεια του 10ου αιώνα έφεραν το χριστιανισμό στη Σκανδιναβία.
Η εκστρατείες μειώθηκαν κατά τη διάρκεια του 10ου αιώνα, όπου ξέσπασαν εμφύλιοι πόλεμοι στη Σκανδιναβία. Από αυτούς τους πολέμους προέκυψαν τα ισχυρά νέα βασίλεια με μεγάλα νέα φρούρια, συμπεριλαμβανομένου του Trelleborg στη Δανία. Σύντομα μια ανανεωμένη στρατιά Βίκινγκς ήταν σε κίνηση. Το 1013, ο Sweyn της Δανίας κατάκτησε όλη την Αγγλία, ενώ ο γιος του, ο Canute, έχτισε μια αυτοκρατορία που περιέλαβε την Αγγλία, τη Δανία, και τη Νορβηγία.
Εντούτοις, από το β’ μισό του 11ου αιώνα, ο ερχομός των ισχυρότερων πολιτικών συστημάτων και των ισχυρότερων στρατών της Ευρώπης, η ανάπτυξη νέων τύπων πλοίων, και ο ανακατεύθυνση της στρατιωτικής προσπάθειας από τους Σταυροφόρους έθεσαν τέλος στην Εποχή των Βίκινγκς.
Συγκεκριμένα:
Αντίθετα από πολλούς άλλους τους εισβολείς στην ιστορία, οι Βίκινγκ δεν προσπαθούσαν να διαδώσουν τη θρησκεία τους που ήταν ειδωλολατρική, αλλά κοίταξαν το κέρδους και τις νέες διασυνδέσεις (Εικ. 9). Θέλησαν να έχουν πολιτικό και οικονομικό πλεονέκτημα.
Οι Βίκινγκς αγαπούσαν το εμπόριο. Στην πραγματικότητα, ήταν ένα θέμα επιβίωσης στον τρόπο ζωής τους. Οι πόλεις των Βίκινγκ ήταν συχνά, η περιοχή εμπορίου και της κοινωνικής συναλλαγής. Πολλές από τις πόλεις, οι οποίες δεν ήταν μεγάλες, κατοικήθηκαν μόνο σε εποχιακή βάση. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, αυτές οι πόλεις εμπορεύονταν αγαθά, αλλά αργότερα εγκαταλείφθηκαν.
Η ζωή των πόλεων εξαρτήθηκε από το ποσοστό του εμπορίου διαφορετικά θα εγκαταλειπόταν. Αυτές οι πόλεις πρόσφεραν μια τοπική μέθοδο απόκτησης αγαθών και άλλων απαραίτητων αναγκών, που χρειάζονταν στη ζωή και την επιβίωσή τους. Ακόμη και σε εμπορικά κέντρα όπως Birka στο Βορρά, δεν ήταν μακράς διαρκείας. Οι λίγες πόλεις που προκύπτουν και παραμένουν ενεργές καθ' όλη τη διάρκεια του ολόκληρου έτους εγκαταλείπονταν μόλις λιγόστευε το εμπόριο. Άλλες πόλεις που ήταν ανοικτές κατά τη διάρκεια των θερινών μηνών μπορούσαν να αλλάξουν τοποθεσία. Αυτές οι εποχιακές αγορές-πόλεις ήταν όπως ένα πολύ μεγάλο παζάρι ή τις πωλήσεις μποτών.
Για αυτό έπρεπε να βρουν νέα τρόφιμα κα έτσι να ιδρύσουν νέες αγορές. Αυτό, οδήγησε την εξάπλωση των Βίκινγκς και κατά επέκταση της εκστρατείες που ακολούθησαν. Ο κυριότερος στόχος τους ήταν εκκλησίες και μοναστήρια, γιατί ήταν οι σημαντικότερες πηγές πλούτου. Με τον καιρό, όμως, οι βασιλιάδες καθιέρωσαν φόρους και η οικονομία άλλαξε έτσι ώστε να τους αντιμετωπίζουν ως εμπόρους και όχι ως επιδρομείς.
Τα ευρωπαϊκά βασίλεια, αντί να πολεμούν με τους Βίκινγκς έμαθαν πώς να προστατεύονται και να κερδίζουν με τις εμπορικές συναλλαγές και τη διαπραγμάτευση. Έγιναν άποικοι πολλών περιοχών της Ευρώπης και πολλοί έγιναν Χριστιανοί. Έτσι, παρ’ όλες τις προσπάθειες τους και τις εξερευνήσεις τους, τα βασίλεια των Βίκινγκς παράκμασαν. 



[1] Vikings, Kathryn Hinds, p. 11-12, Marshall Cavendish Benchmark, NY 1962.
[2] Στις αρκτικές περιοχές, όπου οι θερμοκρασίες είναι πολύ χαμηλές σε όλη τη διάρκεια του έτους, ελάχιστα φυτά μπορούν να επιβιώσουν. Η διάπλαση της περιοχής ονομάζεται τούνδρα και τα κυρίαρχα είδη είναι βρύα, λειχήνες και μικροί θάμνοι που εμφανίζονται μόνο το καλοκαίρι, καθώς είναι η μόνη ευνοϊκή περίοδος του έτους.
[3] Έγινε πρωτεύουσα της Νορβηγίας κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Hakon του 5ου (1299-1319), ο οποίος μετέφερε την αυλή και την πρωτεύουσα από το Bergen.
[4] Historical Dictionary of the Vikings, Katherine Holman, p. 5, The Scarecrow Press, Inc. Lanham, Maryland, and Oxford 2003
[5] A History of the Vikings, Gwyn Jones, p. 3, Oxford University Press, NY 1984
[6] The Maglemose Culture: The Reconstruction of the Social Organization of a Mesolithic Culture in Northern Europe, Steven Mithen, p. 35-36, Antiquity Publications Ltd, Michigan 1996
[7] A History of the Vikings, T. D. Kendrick, p. 41-42, Charles Sribner’ s Sons, ΝΥ 1930
[8] Pitted Ware and Related Cultures of Neolithic Northern Europe, Ancient Europe, 8000 B.C. to A.D. 1000: Encyclopedia of the Barbarian World,  Marek Zvelebil, The Gale Group Inc, Michigan 2004
Δικτυακός τόπος:
[9] Κατά το 3200 π.Χ. οι φυλές Nostvet  και Lihult έμαθαν τις νέες τεχνολογίες από τους Funnelbeaker, αλλά όχι την αγροτική γνώση και αποτέλεσαν τον Pitted Ware πολιτισμό. Οι Pitted σταμάτησαν την πρόοδο των αγροτών που υπήρχαν στη περιοχή και τους ώθησαν νότια στη νοτιοδυτική Σουηδία ή τους ενσωμάτωσαν στον πολιτισμό τους. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η αποικία με τις ατομικές κατοικίες στην Alvastra (δες Pitted Ware, Zvelebil).
[10] Corded Ware from East to West, in Pam Crabtree & Peter Bogucki, Ancient Europe, 8000 B.C. to A.D. 1000: An Encyclopedia of the Barbarian World, Janusz Czebreszuk The Gale Group Inc, Michigan 2004
Δικτυακός τόπος:
[11] Η πιο πρόσφατη άποψη είναι ότι συμπίπτει εν μέρει με τον προηγούμενο πολιτισμό, τον Funnelbeaker, με τον οποίο μοιράζεται διάφορα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, όπως αγγειοπλαστική, η χρήση των αλόγων και των τροχοφόρων κάρων.
[12] The Bronze Age Metalwork of Southern Sweden: Aspects of Social and Spatial Organization 1800–500 B.C., Thomas B. Larsson, p. 188-194, University of Umea, Sweden 1986
[13] Bronze Age of Scandinavia
Δικτυακός τόπος:
[14] Roman Influence in the North, Greece & Rome Vol. 5, No. 14, Dina P. Dobson, p. 73-89, Cambridge University Press, 1936
[18] The Vikings, Allen Mawer, p. 4-12, Cambridge University Press, England 1930.
[19] The Vikings, Mawer, p. 65.
[20] The Vikings, Mawer, p. 14.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου