Translate

Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

ΠΡΟΚΕΡΑΜΙΚΗ ΝΕΟΛΙΘΙΚΗ ΕΓΓΥΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ: Γεωγραφικό Εύρος, Φάσεις Εξέλιξης, Αρχιτεκτονική, Οικισμοί

Γεωγραφικό Εύρος
  Στην Εγγύς Ανατολή[1] αναπτύχθηκαν πολιτισμοί μέσα σε μια περιοχή που αντιστοιχεί στις ηπειρωτικές χώρες της ανατολικής Μεσογείου. Δηλαδή, Μεσοποταμία[2], Ανατολία[3] και Συροπαλαιστίνη (Levant)[4].
Αυτή η μεγάλη περιοχή περιλαμβάνει διάφορες τοπογραφικές[5] και κλιματολογικές ζώνες: τις αλλούβιες πεδινές και ορεινές περιοχές, βουνά και ερήμους. Τα κέντρα της Εγγύς Ανατολής ήταν συροπαλαιστινιακή ακτή και η κοιλάδα του Άνω Ευφράτη η Μεσοποταμία, που βρίσκεται ανάμεσα στον Τίγρη και στον Ευφράτη. Ο μεγαλύτερος εκ των δυο ποταμών ο Ευφράτης κατεβαίνει από τα ανατολικά βουνά της Τουρκίας διαμέσου της Συρίας και νότια προς το Ιράκ. Αντίθετα, ο Τίγρης κατεβαίνει από τα νότια. Τα δυο ποτάμια συναντιούνται στον Περσικό Κόλπο[6] καταλαμβάνοντας μια ελώδη περιοχή που ονομάζεται Shatt al- Arab. Το βορειότερο μέρος του Ιράκ είναι επίπεδο και το κλίμα του είναι ζεστό και υγρό και οι αγρότες εξαρτιούνται από την άρδευση των δυο ποταμών. 
Τα βουνά του Ταύρου βρίσκονται διασχίζουν την ανατολική και δυτική Τουρκία, τη βόρεια Συρία και το βόρειο Ιράκ και διασυνδέονται με τα βουνά του Ζάγρο του δυτικού Ιράν. Πίσω από τα βουνά βρίσκονται τα οροπέδια της Ανατολίας προς τα βόρεια του Ταύρου και του Ιράν προς τα ανατολικά του Ζάγρου[7].
Τα βουνά, οι πεδιάδες, τα οροπέδια, τα πλατώματα και φαράγγια είναι μια ζώνη, που δημιουργεί μια μεγάλη περιοχή από το ανατολικό και βόρειο Ιράκ δυτικά προς τη βόρεια Συρία και έπειτα νότια προς το Levant και ονομάζεται Fertile Crescent (Εικ. 1).

Προκεραμικοί Περίοδοι 
Η Προκεραμiκή Νεολιθική (9000 π.Χ.-5500 π.Χ.) και διακρίνεται στις έξης περιόδους:
Προκεραμική Νεολιθική Α Περίοδος 9000-7800 π.Χ.
Προκεραμική Νεολιθική Β Περίοδος 7800-6500 π.Χ.
Ύστερη Προκεραμική Νεολιθική Περίοδος ή ΠΝ Γ 6500-6000/5500 π.Χ. (δεν υπάρχει παντού)
   Η Προκεραμική Νεολιθική Περίοδος Α (Εικ. 2-3) κάνει την εμφάνισή της στο τέλος της Νεότερης Δρύας και συνδέεται με τη σταθεροποίηση του κλίματος και την αύξηση των βροχοπτώσεων. Η ΠΝΑ[8] αντιπροσωπεύει τη Νεολιθική στις περιοχές της Λεβαδίνης και της Άνω Μεσοποτάμιας της ζώνης Fertile Crescent. Ακολούθησε τον πολιτισμό των Νατούφιων της Επιπαλαιολιθικης Περιόδου[9] (17000 π.Χ.-9000 π.Χ.). Στην ΠΝΑ υπάρχουν λίγες ενδείξεις καλλιέργιες και κυρίως για το θέρισμα των άγριων δημητριακών ιδιαίτερα στην Ιεριχώ[10] και στο Ιράκ el-Dubb στο Levant και στο Tell Aswad στη Συρία[11]). Όλες αυτές οι περιοχές βρίσκονται κοντά στη δασική ζώνη, όπου η βλάστηση των λιβαδιών ήταν αρκετή για την επιβίωση των ανθρώπων. Την περίοδο αυτή αρχίζει η εξημέρωση ζώων (κυρίως γαζέλας).
Ο πολιτισμός της Προκεραμική Νεολιθική Περίοδος Β είναι συνέχεια της ΠΝ Α με πολλές αλλαγές (Πιν. 1). Ωστόσο, ο τρόπος ζωής αυτής της περιόδου διαφέρει από αυτήν της ΠΝ Α. Στη ΠΝ Β[12] η νεολιθική επανάσταση επέφερε τη στροφή από την καλλιέργεια φυτών στην εξημέρωση των ζώων Επιπλέον η εξάρτηση εργαλείων πυρόλιθου της περιόδου είναι νέα και αρκετά διαφορετική από αυτήν της προηγούμενης περιόδου και ανθίζει η πυροτεχνία με μια πληθώρα εργαλείων για θέρισμα και άλλων αγροτικών εργασιών. Στην ΠΝ Α, όπως και στη ΠΝ Β υπάρχουν άφθονα αλεστικά εργαλεία λίθινα, όπως γουδιά.
Η ΠΝ Γ δεν είναι ένας παγκοσμίως συμφωνημένος όρος και δεν ισχύει σε ολόκληρη την Εγγύς Ανατολή[13]. Η ΠΝ Γ εμφανίζεται μόνο στις ιορδανικές ορεινές περιοχές. Η πιο σπουδαία θέση είναι η Ain Ghazal στην Ιορδανία, καθώς και το Atlit Yam και η Tel Ramad.
Στο περιθώριο των μεγάλων μόνιμων οικισμών (κοιλάδα του Ιορδάνη, Σινά, Negev και ανατολική Ιορδανία[14]), που ασκούν αγροτοκτηνοτροφική οικονομία υπάρχουν μικροί πληθυσμοί των νομάδων, με εποχικό ή προσωρινό χαρακτήρα, όπου οι άνθρωποι είναι κυνηγοί .   
Προκεραμικές Θέσεις και Χαρακτηριστικά
Κατά τη διάρκεια της ΠΝ Α Περιόδου πραγματοποιήθηκε μια βαθμιαία αλλαγή στη επιβίωση στις γεωργικές κοινότητες[15]. Αυτή την περίοδο γίνεται στροφή προς την κτηνοτροφία και εμφανίζονται οι πρώτοι οικισμοί (με κυριότερο οικισμό στη Ιεριχώ-Παλαιστίνη[16]), οι οποίοι αποτελούνται από στρογγυλές (ελλειπτικές και περιστασιακά οκτάγωνες)[17] ημιυπόγειες κατοικίες με θεμέλια από πέτρες και ψηφιδωτά πατώματα (Εικ. 4). Τα εποικοδομήματα κατασκευάστηκαν από άψητους πλίνθους με κυρτές διατομές. Οι εστίες ήταν μικρές και καλύπτονταν με στρογγυλές πέτρες. Η στέγη ήταν πιθανώς επίπεδη με ξύλινα δοκάρια και πλεγμένα καλάμια καλυμμένα με λάσπη[18].
Σχεδόν κάθε οικισμός περιέχει δοχεία αποθήκευσης φτιαγμένα είτε από πέτρες είτε από πλίνθους. Οι περιοχές είναι πολύ μεγαλύτερες απ' ό, τι να αυτών των Νατούφιων και περιέχουν τα ίχνη κοινοτικών δομών, όπως ο γνωστός Πύργος της Ιεριχούς (Εικ. 5), που χτίστηκε ενδεχομένως για στις πλημμύρες.  Πίσω από τον τοίχο[19], μέσα στον οικισμό, ήταν ο στρογγυλός πύργος με μια μικρή πόρτα και μια εσωτερική σκάλα. Μερικές μεγάλες και βαθιές στρογγυλευμένες δομές χτισμένες από πλίνθους αποκαλύφθηκαν στη βόρεια πλευρά του πύργου.
Οι ενταφιασμοί βρέθηκαν σε διάφορες θέσεις, συμπεριλαμβανομένου και ανοικτών χώρων όπου αργότερα ενισχύθηκαν. Οι ενταφιασμοί ήταν γενικά ενιαίοι και έλειπαν τα κρανία των ενηλίκων. Δε βρέθηκε κτερίσματα σε καμία περιοχή.
Το Jerf el Ahmar στη Συρία καλύπτει μια μεγάλη περιοχή, που απλώνεται πάνω από δύο λόφους (Eminence Ouest και Eminence Est), οι οποίοι χωρίζονται από μια κοιλάδα. Κάθε λοφίσκος φιλοξένησε διαφορετικές φυλές, οι οποίες χρησιμοποίησαν διαφορετικά επίπεδα κατοίκησης. Παρόλα αυτά μόνο ένα μικρό μέρος κατοικήθηκε κατά την ΠΝ Α και ΠΝ Β (όχι πάνω από ένα εκτάριο).
Οι πρώτοι κάτοικοι ήταν κυνηγοί με κύρια διατροφή το κρέας. Έπειτα, έγιναν αγρότες και εμφανίστηκαν τα πρώτα αγροκτήματα με καλές συγκομιδές, τα οποία μετατράπηκαν σε μεγάλα αγροτικά κέντρα. Είχαν πολύ ενεργητική θρησκεία και οι πολιτιστικές λειτουργίες είναι εμφανείς μέσω των σχεδίων και των μεταγραφών. Τα αρχιτεκτονικά, βιομηχανικά, ταφικά και άλλα συστατικά, συμπεριλαμβανομένων των θηλυκών ειδωλίων, δείχνουν ότι αυτό ήταν μια σύνθετη περιοχή σε σχέση με το έθνος και με τη συγγένεια[20].
Αποτελείται από δυο χωριά (ανατολικό και δυτικό) με 40 κτήρια καλά συντηρημένα που χρησιμοποιήθηκαν για θρησκευτικά τελετουργικά, καθώς επίσης και για κατοίκηση. Στο ανατολικό χωριό, ήταν ένα μικρό στρογγυλό σπίτι (Εικ. 6), που είχε καεί. Εκεί βρέθηκαν τρία κρανία βουβαλιών μαζί με τα κέρατα (η θέση τους έδειξε ότι ήταν κρεμασμένα στους τοίχους)[21].
Στο χαμηλότερο μέρος του ανατολικού χωριού, ένα στρογγυλό κτήριο, που ονομάζεται Κοινοτικό Κτίριο (Εικ. 7), ενσωματώνεται εντελώς στο έδαφος και χαρακτηρίζει το όριο της ζώνης θεμελίωσης. Οι ισχυροί ξύλινοι στυλοβάτες κράτησαν ψηλά μια επίπεδη χωμάτινη στέγη που τοποθετήθηκε επάνω σε ένα ξύλινο πλαίσιο[22]. Στο κατώτατο σημείο μιας τρύπας στην οποία βυθιζόταν ένας από αυτούς τους στυλοβάτες, βρέθηκαν δύο ανθρώπινα κρανία.
Το Κοινοτικό Κτήριο (Εικ. 8) στο δυτικό χωριό (Εικ. 9) είναι ένα μεγάλο στρογγυλό κτήριο με βάθος 2.30 μ. και  λεπτούς τοίχους. Ο εσωτερικός χώρος διαιρείται σε 6 κελιά με 2 υπερυψωμένους πάγκους. Και αυτό είχε καεί. Έχει βρεθεί επίσης ένας ανθρώπινος σκελετός, από το οποίο έχει αφαιρεθεί το κρανίο και η σπονδυλική στήλη.
Την ΠΝ Β, οι οικισμοί μεγαλώνουν και τα κτίσματα γίνονται πιο πυκνά και ξεκινάει η συστηματική καλλιέργεια και κτηνοτροφία. Οι οικίες είναι πλέον ορθογώνιες[23] χωρίς πόρτες, στα οποία οι άνθρωποι μπαίνουν από την οροφή των οικιών, σε αντίθεση με την ΠΝ Α που ήταν κυκλικές.  Επίσης, ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα των σπιτιών είναι ότι το δάπεδο είχε ένα παχύ στρώμα άσπρου πηλού με γυαλισμένο ασβεστοκονίαμα. Η χρήση του ασβεστοκονιάματος στα δάπεδα, καθώς επίσης και μέσα στις εγκαταστάσεις αποθήκευσης, καταγράφονται σε διάφορες περιοχές.
Θεωρείται ότι η χρήση αυτού του ασβεστοκονιάματος για τα δάπεδα και τους τοίχους, κατά τη διάρκεια της ΠΝ Β οδήγησε στην ανακάλυψη της αγγειοπλαστικής[24]. Πράγματι, βρέθηκαν πρωτοκεραμικά αγγεία, με ασβέστη και γκρίζα τέφρα, περίπου το 7000 π.Χ. στην Tell Neba’a Faour (στη κοιλάδα Beqaa). Θέσεις αυτής της περιόδου με ορθογώνια σχέδια οικιών βρέθηκαν στο Levant[25], όπως είναι η Ain Ghazal, Yiftahel (δυτικό Galilee) και Abu Hureyra (Άνω Ευφράτης).
Στη Μεσοποταμία τη ΠΝ Β οι περιοχές με εμφανή χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Νεολιθικής φάσης, αλλά χωρίς κεραμική, είναι λίγες. Λόγω έλλειψης της ακολουθίας των στρωμάτων από την Επιπαλαιολιθική ως την Κεραμική Νεολιθική δεν είναι εύκολο να πιστοποιηθεί η πολιτιστική ανάπτυξη. Υπάρχει μόνο το Jarmo[26], με στρώματα ΠΝ περιόδου (7η χιλιετία π.Χ.).
Ο οικισμός αποτελούταν από περίπου 100 έως 150 ανθρώπους και ζούσαν ευθύγραμμα συγκροτήματα που κατασκευάζονται πλίνθους (Εικ. 10)Η οικονομία του βασίστηκε στο μονόκκοκο και δίκοκκο σιτάρι, στο κριθάρι και στις φακές, συμπεριλαμβανομένου του μπιζελιού, φιστικιού, καρυδιού και βελανιδιάς. Είχαν εξημέρωση τα σκυλιά, τις αίγες και τα πρόβατα και στην ύστερη περίοδο τους χοίρους. Ειδικεύτηκαν σε εργαλεία[27] από οψιανό και πυρόλιθο, κατασκευάζοντας μικρολιθικά εργαλεία με δυο πυρήνες λεπίδων. Ο οψιανός είχε εισήχθη από την Ανατολία, αλλά όχι σε μεγάλες ποσότητες. Άλλες εισαγωγές περιλαμβάνουν θαλάσσια κοχύλια και ίσως, το τιρκουάζ. Με την κοπή των πετρών  έφτιαχναν χάντρες, κρεμαστά κοσμήματα και βραχιόλια. Τα εργαλεία από κόκκαλα, όπως κουτάλια, σουβλιά ακόμα και χάντρες είναι άφθονα.
Η ανασκαφή στο Nevali Cori[28], έφερε στο φως έναν οικισμό που χρονολογείται τη ΠΝ Β. ο πυρήνας του οικισμού χωρίζεται σε 5 φάσεις οικοδόμησης. Αντίθετα, η δυτική πλευρά της κοιλάδας του οικισμού, ολοκληρώθηκε σε 2 φάσεις οικοδόμησης. Ο βασικός τύπος κατασκευής για τους 23 ασβεστόλιθους και για τους κονιαμένους πλίνθους, είναι ένα μακρύ ορθογώνιο κτίσμα με κανονικά εσωτερικά τμήματα και διόδους υπο-ορόφων. Αυτός ο τύπος οικοδόμησης, χαρακτηριστικό των επιπέδων I-V, έχει μια άμεση επικοινωνία με το Cayonu στο ενδιάμεσο επίπεδο.
o    Στο επίπεδο Ι υπάρχουν δυο δίοδοι κάτω από το πάτωμα του σπιτιού (No. 21 A) και κατά μήκος του άξονά του. Έξω από το σπίτι ήταν περιοχές μαγειρικής και τα κοιλώματα ψησίματος ευθυγραμμισμένα με αμμοχάλικο, όπως στη Cafer Hoytik και Cayonu.  Έχει σωθεί μόνο, οι πλάκες του τοίχου, ενός λατρευτικού κτηρίου[29].
o    Στο επίπεδο ΙΙ βρέθηκαν τρία κτήρια τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο (Νο. 12,21B, 26). Τα υπόλοιπα κτήρια (Νο. 16, 22, 25) και ένα ιερό στα δύση τέθηκαν κοντά σε μια τάφρο που οδηγεί από την πλαγία. Κατά μήκος της πλαγίας ένας τοίχος οριοθετεί τον οικισμό με το Yangmtepe.
o    Στο επίπεδο ΙΙΙ ο οικισμός παρουσίασε πιο καλή οικοδομική τεχνική. Στο βορειότερο σημείο, τέσσερα σπίτια (Νο. 3 (Εικ. 11), 2, 6, 7) είχαν παράλληλη ευθυγράμμιση. Το σπίτι 2 και το σπίτι 7, έχουν την ίδια κατασκευή, δηλαδή, η θεμελίωση είναι από ορθογώνιες μακριές πλατφόρμες [30] (οκτώ και εννέα, αντίστοιχα) με τα διόδους υπο-ορόφων. Μια ανοικτή περιοχή χώριζε αυτά τα σπίτια από εκείνα που είχαν διαφορετικό προσανατολισμό στη δύση και από το ιερό. Ο οικισμός ήταν πάλι κοντά σε έναν τοίχο που οριοθετούσε ως τη πλαγιά. Τα περισσότερα από τα σπίτια περιείχαν μέχρι εννέα μικρά δωμάτια διευθετημένα σε τρεις σειρές με  αποθήκες. Το σπίτι 6, εντούτοις, με τα μεγάλα δωμάτια και τα έπιπλα μπορεί να ήταν εργαστήριο κατασκευής πέτρινων αντικειμένων. Το κτήριο λατρείας[31] τοποθετήθηκε μέσα στο επίπεδο ΙΙ. Στο εσωτερικό ένας πέτρινος πάγκος καλυμμένος με μονολιθικές πέτρινες πλάκες τοποθετήθηκε μπροστά από τους τοίχους, εκτός από την είσοδο. Δέκα στυλοβάτες παρεμβλήθηκαν μεταξύ των πλακών και των πρόσθετων δύο στυλοβατών της εισόδου. Το εσωτερικό του δωματίου, με δύο ψηλούς σμιλευμένους στυλοβάτες, εξοπλίστηκε με ένα πάτωμα υπερώου, όπως το υπερώο στο Cayonu. Η μικρή θέση για ένα λατρευτικό άγαλμα βρέθηκε στο οπίσθιο τοίχο απέναντι από την είσοδο.
o    Στο επίπεδο IV ανήκουν διάφορα κτήρια με παράλληλη σειρά ταξινόμησης, καθώς και το σπίτι 4. Ένα σπάσιμο στη συνοχή του οικισμού μαρτυρεί ένα πιο ύστερο επίπεδο (V). Μόνο ένα σπίτι (Νο. 1) επιζεί από το επίπεδο V και δεν έχει τους  προηγούμενους χαρακτηριστικούς διόδους. Το τμήμα αυτό χωρίζεται σε τέσσερα εξίσου μεγάλα δωμάτια με μια διαγώνια περιοχή μπροστά από αυτά και αντιστοιχούν στα κτήρια από τη βασική οργανωτική ομάδα της οικοδομικής φάσης της Cayonu.
Οι κλιματολογικές συνθήκες συνέχισαν να είναι ευνοϊκές για τις καλλιέργειες και τις κοινότητες στο Levant μέχρι το 6200 π.Χ.. Ενώ τα περισσότερα χωριά παρέμειναν μικρά, κάποια άλλα αυξήθηκαν κατά 12 ή 30 στρέμματα (Ain Ghazal, Basta).
Στις ταφικές πρακτικές χρησιμοποίησαν επικονιασμένα κρανία, ενώ ο μεγαλύτερος οικισμός στο Ain Ghazal, χρησιμοποιούσε άλλες εθιμοτυπικές δραστηριότητες, όπως ανθρωπόμορφα αγάλματα μήκους 90 μ.. Οι ενταφιασμοί της ΠΝ Β βρίσκονται κάτω από τα πατώματα και στους ανοιχτούς χώρους. Τα κρανία των ενηλίκων αφαιρέθηκαν και σε μερικές περιοχές αποκαλύφθηκαν οι χώροι με κρανία. Τα επικονιασμένα κρανία έχουν ανακαλυφθεί στη Ιεριχώ[32], Tel Ramad, Ain Ghazal, Beisamoun, και Kefar Hahoresh. Στο Nevali Corι, εκτός από τους σκελετούς[33], σε ομαδικές ταφές, εναπόθεση κρανίων ενταφιασμοί βρέθηκαν και σε σπίτια κάτω από τα πατώματα. Υπάρχει μια γενική αποδοχή ότι η ειδική μεταχείριση των κρανίων δείχνει στοιχεία μιας λατρείας προγόνων. Οι πρόσθετες γνώσεις για τις οικιακές και πολιτιστικές δραστηριότητες προέρχονται από τα πολυάριθμα ειδώλια που αντιπροσωπεύουν έγκυες γυναίκες, άνδρες και ζώα. Μια κρύπτη με ανθρώπινα ειδώλια, πέτρινες μάσκες, διαμορφωμένα κρανία και πολυάριθμα οικιακά αντικείμενα στη Nahal Hemar δείχνουν ότι οι τελετουργικές δραστηριότητες τοποθετούνταν σε ξεχωριστές περιοχές, δείχνοντας ίσως εδαφική ιδιοκτησία.
Η οικονομία[34] της ΠΝ Β βασίστηκε στην καλλιέργεια δημητριακών και οσπρίων[35] και η συνεχής συλλογή άγριων φρούτων και σπόρων. Επίσης ,το κυνήγι γαζέλας, ελαφιού αγριόχοιρων και λαγού συμπλήρωσαν τη διατροφή των χωριών Προς το τέλος της ΠΝ Β[36] εισήχθησαν νέα οικιακά αντικειμένων. Αυτά είναι γνωστά ως άσπρα εμπορεύματα, από ένα μίγμα τέφρας και ασβεστοκονιάματος. Οι μορφές περιλαμβάνουν κύπελλα, τα ανοικτά αγγεία και κύπελλα με βάσεις. Τα περισσότεροι είναι γνωστά από τη βόρεια Συρία ενώ σπάνια εμφανίζονται στη Παλαιστίνη.
Η παρακμή της ΠΝ Β στo νότιο Levant είναι πιθανόν μια απότομη αλλαγή στο σχέδιο των οικισμών. Στη Ain Ghazal, αυτή η φάση καλείται ΠΝ Γ, η λίθινη τεχνική και οι ταφικές πρακτικές άλλαξαν. Οι κυρίαρχοι τύποι εργαλείων ήταν η γλυφίδα. Τέλος, οι ενταφιασμοί ήταν λιγότερο οργανωμένοι, ενώ δεν έχουμε στοιχεία αφαιρέσεις κρανίων.
Κατά την ΠΝ Γ η Ba'ja, στα βουνά της Πέτρα, κατοικήθηκε μόνο προς το τέλος ΠΝ Β. Στο μεταξύ η κατσίκα, τα πρόβατα και ο χοίρος ήταν εξημερωμένων σε άλλα μέρη τoυ Levant [37]. Το ημι-έρημο περιβάλλον του νότιου Levant περιλάμβανε κάποια άγρια πρόβατα και γαζέλες, λαγούς, γαϊδούρια, λεοπαρδάλεις, αλεπούδες και το 90% ήταν εξημερωμένα μικρά μηρυκαστικά.
Στη Ain Ghazal[38] βρέθηκε ένα στρώμα που περιέχει Νεολιθική Κεραμική Yarmukian πάνω από ένα στρώμα ΠΝ B, που χρονολογείται γύρω στο 6750 π.Χ.. Υπάρχουν μερικά σημάδια ότι ο οικισμός επέζησε από τη γενική τοπική κατάρρευση, αλλάζοντας τη στρατηγική της επιβίωσης του. Διάφορες άλλες περιοχές εγκαταλείφθηκαν αυτή την περίοδο και η θνησιμότητα των παιδιών στη  Ain Ghazal αυξήθηκε.
Η Atlit Yam και τα παρόμοια στρώματα στο Tel Ramad αντιπροσωπεύουν επίσης, τις τοπικές αλλαγές της εποχής. Στη Atlit Yam, παραδείγματος χάριν, θαλάσσιοι και πόροι συμπλήρωσαν την καλλιέργεια και το κυνήγι. Πολύ λίγες μεγάλες περιοχές επέζησαν στην Κεραμική Νεολιθική
Ένας πλήρης ενταφιασμός ενός θηλυκού μοσχαριού που ήταν σε προχωρημένη εγκυμοσύνη υποδεικνύει ότι οι ταφικές πρακτικές συνδέονταν με τη λατρεία των βοοειδών.
Πίνακας 1
Χαρακτηριστικό
ΠΝ Α[39]
ΠΝ Β[40]
Διανομή οικισμού
Υπήρξε μια πολύ μεγαλύτερη επέκταση της περιοχής που καλύφθηκε από το ΠΝ Α, το οποίο επεκτάθηκε πέρα από την κεντρική και νότια Ιορδανία στη Συρία και το βόρειο Ιράκ.
Έκταση οικισμού
Το μέγεθος αυξήθηκε, σε σχέση με τους Νατούφιους, μέχρι 3 εκτάρια
Αυξάνεται κατά 16 εκτάρια (Εικ. 12)
Οικονομία
Η παραγωγή τροφής (κυνήγι, καλλιέργεια) σταθεροποιείται μέχρι πριν από το τέλος της ΠΝ Α περιόδου.
Ενισχύθηκε με τη εξημέρωση ζώων
Τελετές - Ταφές
Η αφαίρεση των κρανίων πραγματοποιείται για πρώτη φορά
Η αφαίρεση των κρανίων συνεχίζεται και τώρα συχνά αναπλάθονται με πηλό ή πίσσα και ένθετα κοχύλια για μάτια. Υπάρχουν περισσότεροι κοινοτικοί ενταφιασμοί από πριν (γίνεται και τη ΠΝ Γ)
Εργαστήρια
Πραγματοποιείται μια γενική πτώση στους μικρόλιθους, που αντιστοιχούν σε μια αύξηση στους πέτρινους άξονες, δρεπάνια και σε διάφορους νέους τύπους
Παρόμοια με τη ΠΝ Α, αλλά το δρεπάνι αλλάζει μορφή
Αρχιτεκτονική
Υπάρχει μια υψηλή συνοχή μορφής, ιδιαίτερα στην κοιλάδα της Ιορδανίας. Τα σπίτια έχουν κυκλική μορφή. Οι καινοτομίες περιλαμβάνουν τη ξήρανση της πλίνθου στον ήλιο και τη χρήση ασβεστοκονιάματος στους τοίχους και τα πατώματα. 
Τα σπίτια παίρνουν ορθογώνια μορφή (Εικ. 13).
Υπάρχει περισσότερη χρήση  ασβεστοκονιάματος, που χρησιμοποιείται μερικές φορές ως διακοσμητικό υλικό και μερικά κτήρια έχουν 2 πάτωμα

Παρακμή
Πέρα από τα υγρά καλοκαίρια, η ιζηματοποίηση[41] (βροχή και χιόνι σε κάποια μέρη) κατά τη διάρκεια των κρύων μηνών είναι αρκετοί για να υποστηρίξουν γεωργία. Αυτή η περιοχή έχει πλούσιες φυσικούς πόρους και οι νεολιθικοί άνθρωποι[42] κυνηγούσαν άγρια ζώα και μάζευαν φαγώσιμα φυτά. Ζούσαν σε μικρές ομάδες και μετακινούνταν συνεχώς. Τα φυσικά καταφύγια, όπως οι σπηλιές, τους εξυπηρετούσαν ως εποχιακές κατοικίες. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν δεξιοτέχνες στο να φτιάχνουν εργαλεία από πυρόλιθους ή από κόκαλα.
Σήμερα, φαίνεται ότι η καλλιέργεια των φυτών ξεκίνησε από τo βόρειο Levant και συγκεκριμένα ανάμεσα στη Δαμασκό και στην Ιεριχώ, όπου είναι περιοχές με άφθονο νερό, φυτά και ζώα.  Εδώ οι άνθρωποι εγκαθίδρυσαν εποχιακούς οικισμούς, κατά την ύστερη 9η και πρώιμη 8η χιλιετία π.Χ. Η εξημέρωση των ζώων αναπτύχθηκε πολύ αργότερα από την καλλιέργεια των φυτών. Οι αγρότες είχαν αγέλες από κατσίκια και πρόβατα κατά τις αρχές της ύστερης 8ης χιλιετίας, ενώ τα βόδια και τα γουρούνια εξημερώθηκαν πιο μετά, κατά την ύστερη 7η χιλιετία π.Χ..
Με το έλεγχο των τροφικών πόρων οι άνθρωποι δε χρειάζονταν πια να μετακινούνται, αλλά άρχισαν να μένουν σε ένα μέρος[43]. Οι αγρότες άρχισαν να σπέρνουν τις σοδειές τους, όπως επιθυμούσαν σύμφωνα πάντα με το τοπικό κλίμα και την κατάσταση του εδάφους. Το κυνήγι των άγριων ζώων θα συνεχιστεί αλλά ως συμπλήρωμα της διατροφής τους. Αυτή η μικρή αγροτική οικονομία ήταν η βάση των μόνιμων οικισμών. Τα μικρά χωριά με τα λίγα σπίτια εξελίχθηκαν σταδιακά σε μεγάλες νεολιθικές πόλεις με πολλούς κατοίκους.
Γύρω στο 5200 π.Χ. που αντιστοιχεί το τέλος της ΠΠ Ν, μειώθηκε η θερμοκρασία (το γεγονός 8.2 kiloyear) με αποτέλεσμα οι άνθρωποι να μεταναστεύουν για να βρουν ένα πιο ευνοϊκό περιβάλλον.





[1] The Oxford Encyclopedia of Archaeology in Near East, Eric M. Meyers, p. ix, Oxford University Press, New York Ink 1997.
[2] Σύγχρονο Ιράκ και βορειοανατολική Συρία.
[3] Σύγχρονη Τουρκία.
[4] Σύγχρονη Συρία, Λίβανο, Ισραήλ, Παλαιστίνη, Ιορδανία, Κύπρος και Κρήτη.
[5] Ancient cities: the archaeology of urban life in the Ancient Near East and Egypt, Greece and Rome, Charles Gates, p. 13-14, Routledge, New York 2003.
[6] Regional approaches to Mesopotamian archaeology: the contribution of archaeological surveys, Journal of Archaeological Research, Vol. 8, no. 3, T. J. Wilkinson, p. 255- 267, Springer, Chicago 2000.
[7] Οι κορυφογραμμές των βουνών και οι κοιλάδες του Ταύρου και του Ζάγρου, όπως τόσες πολλές ορεινές περιοχές στον κόσμο, ενθαρρύνουν την τοπική ανεξαρτησία και αποθαρρύνουν την άνοδο μεγαλύτερων πολιτικών, ηθικών και γλωσσικών ομάδων. Εδώ δεν υπήρξαν ποτέ σημαντικά κέντρα πολιτιστικής διάχυσης. Αντίθετα, οι κοινωνικές και οι πολιτικές αναπτύξεις σφυρηλατήθηκαν στις πεδιάδες της Μεσοποταμίας του Βορρά ή Νότου (Regional approaches to Mesopotamian archaeology, Wilkinson, p. 219–223).
[8] Evidence for food storage and predomestication granaries 11,000 years ago in the Jordan Valley, Proceedings of the National Academy of Sciences of the United States of America 106 (27), Ian Kuijt and Bill Finlayson, 2009.
[9]  Είναι η περίοδος όπου ξεκινάει η ανάπτυξη της τεχνολογίας. Υπάρχουν εργαλεία από πυρόλιθο και οψιανό που αποκαλούνται μικρόλιθοι. Ο τρόπος ζωής της περιόδου αυτής έχουν νομαδικός. Χρησιμοποιείται ως εναλλακτικός όρος για τη Μεσολιθική Περίοδο (The Penguin Archaeology Guide, Paul Bahn, p. 141, Penguin, London 2002).
[10] Jericho plant remains, M. Hopf, p. 576, K.M. Kenyon and T.A. Holland, British School of Archaeology, London, UK 1983.

[11].Pulse domestication before cultivation. G. Ladizinsky, Vol. 41, p. 60-65, New York Botanical Garden Press,  New York 1987.

[12] Near East, William, Vol. IV, p. 269.
[14] The emergence of crop cultivation and caprine herding in the “Marginal Zone” of the southern Levant from The Origins and Spread of Agriculture and Pastoralism, A.  Garrard S. Colledge and L. Martin, p. 74, University College London, London 1996.
[15] The Oxford Encyclopedia of Archaeology in the Near East, William G. Dever Carol L. Meyers, …, James A. Sauer, Vol. IV, p. 269, Oxford University Press, N. York 1997.
[16] Περίπου το 8000 π.Χ. εμφανίστηκε στη Levant η Ιεριχώ και περιβλήθηκε από έναν πέτρινο τείχος με πληθυσμό 2000-3000 (Encyclopædia Britannica Article, Jericho, Dame Kathleen Mary Kenyon).
[17] Prehistory of the Levant,  O. Bar-Yosef, Vol. 9, p, 101-133, Annual Review of Anthropology, 1980.
[18]  Near East, William, Vol. IV, p. 210.
[19]  Near East, William, Vol. ΙΙΙ, p. 222.
[21]  New Discoveries in Architecture and Symbolism at Jerf el Ahmar (Syria), 1997-1999  from Neo-lithics: A Newsletter of Southwest Asian Lithics Research 1/00,  D. Stordeur, p. 1, H. G.K. Gebel and G. O. Rollefson, Berlin 1999.
[22] Jerf el Ahmar, Stordeur, p. 1.
[23]  Near East, William, Vol. IV, p. 269.
[24]  Archaeology of the Land of the Bible:10,000 - 586 BCE, Amihai Mazar, p. 45, Doubleday,  New York 1992.
[25] Prehistory of the Levant,  O. Bar-Yosef, p. 101-133.
[26] Near East, William, Vol. III, p. 476.
[27] Near East, William, Vol. III, p. 208-209.
[28] Near East, William, Vol. IV, p. 131
[29] Βρέθηκε μονόκοκκος και δίκοκκος σίτος.
[30] Nevali Cori, H. Hauptmann, Anatolian Studies 34, p. 206-207, UK 1984.
[31] Near East, William, Vol. IV, p. 132
[32] Archaeology of the Land, Mazar, p.  55.
[33] Nevali Cori,, Hauptmann, p. 206-207
[34] Near East, William, Vol. IV, p. 211.
[35] Pulse domestication, Ladizinsky, p. 60-65.
[36] Σημαντικές περιοχές της εποχής είναι η Ιεριχώ, η Munhata και η Beidha.
[37] The emergence of crop cultivation, Garrard, Colledge, and Martin, p. 75.
[38] Near East, William, Vol. I, p. 37.
[41] Ancient cities, Gates, p. 18.
[42] Οι Παλαιολιθικοί και οι Μεσολιθικοί άνθρωποι δεν γνώριζαν την τέχνη της κεραμικής, της μεταλλουργίας και της γραφής, τα οποία εμφανίζονται κατά τη Νεολιθική Εποχή.
[43] Early Mesopotamia: society and economy at the dawn of history, J. N. Postgate, p. xxi-xxiii, Routledge, London 1992.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου